Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Μόνιμη Στήλη-Underground Movement

Demmarage: Promo Version 1

Μετά από το “Self Chain Reaction” των Dying Corrupt και την διάλυση τους, ο Κίμων επιστρέφει με ένα αρκετά δυναμικό και πειραματικό σχήμα, το όποιο με εξέπληξε ευχάριστα. Στην συνέντευξη που μας παραχώρησε για τους Dying Corrupt, ο Κίμων μου είχε πει ότι θα προσπαθήσει να εξελίξει το thrash metal, θα προσπαθήσει δηλαδή. Και εγώ τώρα σε αυτή την κριτική του νέου σχήματος του, του βγάζω το καπέλο.
Αυτή η κυκλοφορία έχει πολλά πραγματάκια μέσα τα όποια αφορούν κάθε ακραίο metaller της γενιάς μας. Σε αυτό το δισκάκι θα βρεις Slipknot, death metal και κάτι ψιλά από Kreator και Earth Crisis. Όλα αυτά σε συνδυασμό με το διάχυτο προσωπικό ύφος της μπάντας και την in your face αισθητική της, νιώθεις τι ακριβώς θα επακολουθήσει στην επόμενη κυκλοφορία τους. Το τελευταίο κομμάτι που υπάρχει είναι και το πιο διαφορετικό απ’ τα υπόλοιπα, μιας και είναι σε μια thrash έκδοση των Katatonia. Το αποτέλεσμα το εξυψώνει η φοβερά συμπαγής παραγωγή που σε κάνει κομμάτια, ακούγοντας τέτοιο ογκώδες rhythm section το όποιο είναι και ένα απ’ τα μεγάλα ατού της κυκλοφορίας. Πληροφοριακά, η παραγωγή πραγματοποιήθηκε στα fragile studio.
Πραγματικά πιστεύω ότι αυτό το δείγμα αξίζει και με το παραπάνω γιατί κατασκευάστηκε από ανθρώπους που έχουν μεράκι για αυτή την μουσική και την επερχόμενη εξέλιξη της για τον μη αφανισμό της. Η ομάδα του Madrigal πιστεύει σε τέτοιες μπάντες και θα είναι στο πλευρό τους όποτε κι αν την χρειαστούν. Μπράβο ρε Κίμωνα, συνέχισε με ανοιχτά μυαλά και να μην έχει κι αυτή η μπάντα την τύχη του προηγούμενης.
Contact: Demarrage@in.gr
9/10



Bare Infinity-“Bare Infinity”

Πραγματικά ένιωσα μεγάλη χαρά όταν έμαθα ότι σε αυτή την μπάντα τραγουδάει η Γεωργία “Lady Of Darkness”. Η Γεωργία ήταν απ’ τα πρώτα άτομα που έγραφαν στο πρώτο τεύχος του έντυπου που κρατάτε στα χέρια σας. Κάποτε μου είχε πει για μια μπάντα στην όποια τραγουδούσε, όμως δεν είχα δώσει την απαιτούμενη σημασία λόγω άλλων μου ασχολιών. Αυτό το demo μ’ έκανε να τα βάλω με τον εαυτό μου, που δεν έδωσα σημασία τότε.
Οι Bare Infinity παίζουν ατμοσφαιρικό metal με έντονες αναφορές σε power metal ηχοχρώματα και κάποιες thrash πινελιές. Ο παραπάνω χαρακτηρισμός είναι ο πιο αρμόζων πιστεύω. Δε θέλω ν’ αναφέρω μπάντες που αποτελούν επιρροή των Bare Infinity, νιώθω σαν να τους αδικώ, να τους παραμερίζω και να τους μειώνω. Οι Bare Infinity διαθέτουν προσωπικότητα σε αυτή την πρώτη τους προσπάθεια σε όλους τους τομείς. Τα μεγάλα τους ατού είναι η φωνάρα της Γεωργίας και οι πολύ ταλαντούχοι κιθαρίστες. Αυτά τα δυο οδηγούν την μπάντα σ’ ένα προσωπικό ύφος από την πρώτη κιόλας νότα. Τα πλήκτρα που υπάρχουν είναι λιγοστά, αποδείχτηκαν όμως ικανά να πλαισιώνουν τα υπόλοιπα όργανα με όμορφες ατμόσφαιρες. Δε θα ξεχωρίσω κομμάτια, και τα τέσσερα είναι πανέμορφα και δυναμικά. Οι Bare Infinity αποδεικνύουν σε αυτή την πρώτη προσπάθεια ότι έχουν τα κότσια να χτυπήσουν ψηλά. Είναι από τις λίγες μπάντες που δείχνει τα δόντια της από τόσο νωρίς. Απ’ ότι μου είπε η Γεωργία, αυτό τον καιρό γράφουν κομμάτια για το πρώτο τους Full length album. Μπράβο παιδιά, κατευθείαν στη δισκογραφία και με μια αξιοπρεπή εταιρία στο πλευρό σας. Το Madrigal προσφέρει και θα προσφέρει την αμέριστη στήριξη του σε σας.
9/10



Real Fiction: “Seven Faces of the truth”

Οι Real Fiction μας έρχονται απ’ την Δυτική Κρήτη και αυτή είναι η πρώτη τους δουλειά στο στερέωμα. Παίζουν Heavy metal στο στυλ των παλιών Iced Earth με επιρροές από Metallica και Candlemass. Τα φωνητικά είναι στο στυλάκι των Σουηδών και η μουσική βουτηγμένη στο δοξασμένο παρελθόν των προαναφερθέντων Αμερικάνικων group. Τα κομμάτια διακατέχονται απ’ την μια από μια μυστηριακή ατμόσφαιρα που σου φέρνει στο νου το “Dark saga” των Iced Earth και απ’ την άλλη οι κιθαρίστες έχουν εικονίσματα τον Kirk Hammet και τον James Hetfield πάνω απ’ το κρεβάτι τους. Ο τραγουδιστής είναι εξαιρετικός, αν και κατά την γνώμη μου πρέπει να δουλέψει περισσότερο το ύφος της φωνής του γιατί είναι πανομοιότυπη στα κομμάτια. Μια δουλειά για να διακατέχεται από σκοτεινή ατμόσφαιρα, θα πρέπει να έχει Rhythm section που να δίνει τον χαρακτηριστικό όγκο. Εδώ υπάρχει και περισσεύει. Ένα άλλο εξαιρετικό στοιχείο είναι ότι η παραγωγή για πρώτη δουλειά είναι αξιοπρεπέστατη.
Όταν ο Conan μου έδωσε την κόπια μου είπε αστειευόμενος: «Αν θες να μας πάρεις συνέντευξη, θα πρέπει να μπούμε και εξώφυλλο». Φίλε μου, αν συνεχίσετε με τις ιδέες που έχετε δε νομίζω να αργήσει μια τρισέλιδη συνέντευξη είτε στο δικό μου έντυπο είτε σ’ ένα πιο ευρείας κυκλοφορίας. Γι’ αυτό, ξοδέψτε διψήφιο αριθμό ωρών στο studio και δεν θα χάσετε.
Contact:
8,5/10

Μόνιμη Στήλη-Masterpieces

ABRAXAS: “Tomorrow’s World”
Label: Limb Music Records


Είναι η εποχή που οι Helloween, Rage, Running Wild και οι λοιπές Power Metal μπάντες έχουν φτάσει το ιδίωμα στην κορυφή. Όλες οι εταιρίες ψάχνονται, για να βρουν τις νέες κολοκύθες ή τους νέους πειρατές. Ειδικά, η Limb Records είχε ξεκινήσει τρελό κυνήγι. Έτσι βρίσκει κάποια παλικάρια που έπαιζαν στο στυλ των κολοκύθων, τους Abraxas. Αυτοί οι νεαροί Τεύτονες είχαν τη σωστή συνταγή για να πετύχουν.
Το “Tomorrow’s World” είναι απ’ τα καλύτερα power metal άλμπουμ που έχω ακούσει, δίσκος με φοβερή ενέργεια και πάθος για την μουσική. Κομμάτια όπως “Cry Of The Nature”, “Explorers”, “Dreamer’s Island”, “Dream Dealer”, “Signs”, Euphoria”, “Crusader’s Prayer” και το πορωτικότατο “Gates To Eden” είναι μερικές απ’ τις συνθέσεις που δείχνουν ότι αυτό το άλμπουμ, δεν θα περνούσε απαρατήρητο από κανέναν ορκισμένο power metaller. Σε όλο το άλμπουμ τον πρωταρχικό ρόλο έχουν οι κιθάρες οι όποιες πραγματικά «ζωγραφίζουν» με τις υπέροχες μελωδίες που διανθίζουν τα κομμάτια. Το μπάσο μαζί με τα drums είναι σαν πυροβολαρχία σε πόλεμο, διατηρώντας τον καλπάζοντα ρυθμό σε κάθε κομμάτι. Απ’ την άλλη, ο τραγουδιστής έχει τρομερά χαρίσματα, η φωνή του μελωδική και συνάμα εκεί που χρειάζεται, άγρια.
Το “Tomorrow’s World” είναι ένας δίσκος χωρίς υπερβολές, κάτι που τον χαρακτηρίζει είναι η ωριμότητα και η μουσική δεξιοτεχνία των μελών. Όμως, τόση ώρα δε σας έχω αναφέρει επιρροές. Οι Abraxas κυμαίνονται ανάμεσα στους Helloween και Europe με έντονες επιρροές από Crimson Glory. Ο τραγουδιστής έχει σίγουρα αριστερά και δεξιά απ’ το κρεβάτι του, τον Kiske και τον Midnight σε εικονίσματα. Αυτός ο συνδυασμός είναι σκέτος δυναμίτης! Από τους Σουηδούς, έχουν πάρει τις βάσεις για την δομή των κομματιών και από τους Helloween, τις ονειρεμένες μελωδίες και την εμπορική παραγωγή. Επιπλέον, διαφαίνεται και μια progressive αισθητική στα κομμάτια “Euphoria” και “Crusader’s Prayer”. Πολύ ωραία δε σας φαίνονται αυτά? Όμως κοιτάξτε τι χαλάει όλη αυτή την όμορφη εικόνα.
Η Limb Records δεν έδωσε σχεδόν τίποτα για να προώθηση της μπάντας. Η διανομή που έκανε ήταν πραγματικά για τα μπάζα, τα Distributions που κάνουν τα fanzine’s ίσως να είναι καλύτερα. Δε σας κάνω πλάκα. Μετά, εκείνοι οι «Κύριοι» είχαν την εξής απαίτηση: Η μπάντα έπρεπε να πουλήσει μια ορισμένη ποσότητα στην Ιαπωνία, με τέτοια μηδαμινή προώθηση. Το αποτέλεσμα ήταν οι Γιαπωνέζοι να μην «τσιμπήσουν». Στην Ευρώπη τα πήγαν καλά και αυτό οφείλεται στην προώθηση που έκαναν οι ίδιοι με δικά τους φράγκα. Μετά απ’ όλα αυτά, η εταιρία δεν έμεινε ικανοποιημένη και έριξε όλο το φταίξιμο στο γκρουπ. Η μπάντα απογοητεύθηκε, δε συνέθεσαν άλλο άλμπουμ και χάθηκαν απ’ το προσκήνιο. Όμως για την Limb μιλάμε, που της ταιριάζει το γνωμικό: Τι έχεις Limb, τι είχα πάντα.

WARDOG: “A Sound Beating”(1999)
Label: Metal Blade Records
Tom Gattis: Guitars & Vocals
Chris Cattero: Bass & Backing Vocals
Paul Sullivan: Guitar
Eric Bongiorno: Drums & Backing Vocals
Produced By Nelson Ayres, Mike Goldberg, John Herrera & Wardog

Οι Wardog, κι αν ήταν παραγκωνισμένοι. Αυτά τα «πολεμικά σκυλιά» κατάγονται από το Phoenix των Η.Π.Α. και παίζουν power metal. Τον συγκεκριμένο δίσκο τον αγόρασα σε μια περίοδο που πραγματικά είχα «μπουχτίσει» από τις γνωστές καραβάνες του ιδιώματος οι όποιες «σερβίριζαν» στην αγορά νερόβραστα δισκάκια, έτσι για να βλέπουμε ότι υπάρχουν (βλ. Running Wild, Gamma Ray, Angra, Crimson Glory κ.α.). Εν κατακλείδι, το power metal δεν πέρναγε και τις πιο όμορφες μέρες του. Κατά την γνώμη μου, αυτό οφειλόταν στο συνεχές κοπιάρισμα των παλιών Helloween και στον φόβο των παλιών συγκροτημάτων να πειραματιστούν με νέα στοιχεία. Και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, υπήρχε μια πολύ σπαστική εμμονή στις εμπορικές παραγωγές και μελωδίες. Οι Wardog όμως με είχαν εξέπληξει πολύ ευχάριστα.
Από το πρώτο μόλις κομμάτι, η μπάντα φαίνεται να μην αστειεύεται. Το “Welcome To The New Underground” είναι μια χειμαρρώδης σύνθεση με έντονες Annihilator αναφορές, κυρίως στις κιθάρες. Ένα αρκετά γρήγορο συναυλιάκο κομμάτι. Τα “Changing The Guard”, “C.I.A.”, “Pain My Prisoner”, “A Stronger Poison” και “Sniper” διακατέχονται από μια Heavy στιβαρότητα και μια power metal αισθητική, ένα πάντρεμα ειδών που σε κάνει να ψάχνεις για χαρούμενες μελωδίες. Στο “A Sound Beating” ακούμε τον Tom να τραγουδάει με χαρούμενο μελωδικό τόνο, σ’ ένα πραγματικά φοβερό κομμάτι. Το “Seven Minutes To Hell” το οποίο έχει «πνιγηρή» ατμόσφαιρα σ’ όλη τη διάρκεια του και έχει ένα ρυθμό βασανιστικό, που αισθάνεσαι σαν να βρίσκεσαι πραγματικά στην κόλαση. Βέβαια και σ’ αυτό τον δίσκο παίζει τον ρόλο της η Σιδηρά Παρθένα η όποια βάζει τις μελωδίες της στο πολύ γαμάτο “Dead Man Alive”. Να μη ξεχάσουμε να πούμε ότι οι τύποι σε δύο κομμάτια έχουν ως συνοδευτικό όργανο το μπουζούκι, του όποιου η παρουσία παίζει καταλυτικό ρόλο για την ατμόσφαιρα τους. Ως τελευταίο κομμάτι οι Αμερικάνοι διάλεξαν μια αρκετά γρήγορη και μικρής διάρκειας σύνθεση, το “Breakneck”. Το όποίο και σε αποτελειώνει. Αυτός ο δίσκος σφύζει από δύναμη, και όγκο, στοιχεία που τείνουν προς αφανισμό στον Power metal χώρο. Οι μελωδίες που υπάρχουν είναι μετρημένες και μη μελιστάλαχτες. Ακόμα να σημειώσω ότι οι μόνες έντονες επιρροές που υπάρχουν είναι από Pantera της πρώτης περιόδου (βλ. “Cowboys…”). Όσον αφορά τις εκτελέσεις των κομματιών, οι τύποι είναι απίστευτοι. Η δεξιοτεχνία στο μεγαλείο της.
Ο ιθύνων νους του γκρουπ Tom Gattis, είναι παλιά καραβάνα στο Αμερικάνικο power metal, μα ποτέ δεν αναγνωρίστηκε όσο του άξιζε. Βλέπετε οι περισσότεροι power οπαδοί εστίαζαν την προσοχή τους στα Ευρωπαϊκά συγκροτήματα με τις αιθέριες μελωδίες, τα φλύαρα πλήκτρα, τα απίστευτα κοπιαρίσματα σε κολοκυθόπαιδα και Stratovarius και αγνοούσαν συστηματικά το τι γινόταν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Για να κοιτάξουν απέναντι έπρεπε απ’ τη μια, οι Helloween να μειώσουν τις μελωδίες και συνάμα να κοιτάξουν προς Αμερική κι απ’ την άλλη οι Nevermore να «πατήσουν πόδι» στη Century. Πάλι όμως δεν υπάρχει ενδιαφέρον, εδώ 1/4 power metallers δεν έχει το “Ample Destruction” των Jag Panzer και το “March Of The Saint” των Armored Saint, οι Wardog θα άλλαζαν την κατάσταση?

IMMOLATION: “Failure for Gods”

Το βάρβαρο death metal ήταν ανέκαθεν Αμερικάνικη υπόθεση, αν και στην Ευρώπη υπήρχαν και υπάρχουν πολύ αξιόλογες μπάντες του είδους. Η αρχή όμως έγινε στην υποτιθέμενη Ινδία του Κολόμβου. Πως εξηγείτε αυτό? Πείτε απ’ τη μια, ότι αυτή η χώρα είναι μια πολυεθνική με κρίση ταυτότητας. Απ’ την άλλη, ο άγριος πουριτανισμός που τους δέρνει και το χριστιανικό καθεστώς που κυριαρχεί εκεί τόσα χρόνια. Αυτοί οι κοινωνικοί παράγοντες, ίσως είναι η αιτία επαναστατικών και βάρβαρων δημιουργιών. Η αρχή έγινε με τους Possessed, μετά ακολούθησαν οι Slayer και οι Death και καταλήξαμε στο φαινόμενο Morbid Angel. Το όποιο γέννησε τους Immolation και τόσους άλλους.
Οι Immolation εμπνέουν σεβασμό γιατί είναι απ’ τα λίγα συγκροτήματα που συνεχίζουν, χωρίς να απογοητεύουν τους οπαδούς τους. Από το πρώτα τους κιόλας βήματα, έδειξαν ότι δεν είναι τυχαίοι. Κατά την γνώμη μου το αποκορύφωμα τους είναι το “Failure For Gods”. Εδώ δεν έχουμε δίλεπτες εισαγωγές και ατμοσφαιρικά σημεία με πλήκτρα, οι Immolation χρησιμοποιώντας τις κιθάρες και τον σκέτο οδοστρωτήρα ονόματι rhythm section, κυκλοφορούν ένα απίστευτο δίσκο. Η κλασσική παιδεία τους στον Νοσηρό Άγγελο λειτούργησε άψογα και σε αυτό το πόνημα.
Το “Once Ordained” που ανοίγει τον δίσκο σε βάζει σ’ ένα death metal κλοιό από τον όποιο δεν υπάρχει διέξοδος, μιας και το αμέσως επόμενο κομμάτι ονόματι “No Jesus, No Beast” σε χτυπάει αλύπητα. Το ομώνυμο είναι και αυτό ένα γρήγορο κομμάτι, που στα μέσα έχει ένα τρομερό solo μπάσο, μιλάμε για απίστευτη αλλαγή. Στο “Stench Of High Heaven” το όποιο είναι σκέτος χείμαρρος, διαπιστώνουμε την κορυφαία τεχνική που διακατέχει αυτή την μπάντα. Σε αυτό το κομμάτι έχουμε ένα απ’ τα καλύτερα breaks στον death metal χώρο. Στα δύο τελευταία κομμάτια (“Your Angel Dyed” και “The Devil I Know”) η πώρωση χτυπάει κόκκινο! Οι κιθάρες με ελιτιστικές διαθέσεις «πλέκουν» βάναυσα riffs και σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα όργανα δημιουργούν μια κατάρα προς καθετί φωτεινό.
Οι δυνατότητες αυτού του γκρουπ είναι τεράστιες. Όλοι έχουν και κάτι να προσφέρουν εκεί μέσα. Για ποιον να πρωτομιλήσουμε? Ο drummer είναι ταλενταρα, τέτοια γυρίσματα δεν είναι και ότι πιο εύκολο. Ο μπασίστας κι αν είναι φοβερός, προσδίδει τόσο τεχνικά, τέτοιο όγκο. Οι κιθαρίστες κι αν είναι αριστουργηματικοί, η αβυσσαλέα σαπίλα που βγαίνει απ’ τους ενισχυτές τους είναι και ο «κορμός» των Immolation. Όσο για τα φωνητικά, ο τύπος βρυχάται μέσα απ’ την κόλαση του, ξεστομίζοντας απαγορευμένες λέξεις για τους καθημερινούς ανθρώπους. Η παραγωγή που έχει γίνει, καθορίζει γενικά τον ήχο που πρέπει ν’ ακολουθούν πολλά συγκροτήματα του είδους.
Το “Failure For Gods” είναι ένας δίσκος εμβαπτισμένος στη σαπίλα και την κατακραυγή των κοινωνικών βάσεων, αυτής της ψεύτικης υβριδικής κοινωνίας. Οι Immolation δε θέλουν πολύπλοκες ιστορίες με orks και σφαγές και δε ξέρω και εγώ τι άλλο, τα λένε απλά και ωραία: “No Jesus, No Beast”. Καήκαμε…

VED BUENS ENDE: “Written In Waters”(1995)
Label: Misanthropy Records
Line Up: Carl-Michael-Song, drums and percussion
Vicotnik: Grim Voice and Guitars
Skoll: Bass
Guests: Katrine S.- Vocals
Produced By Ved Buens Ende and Paal Klaastadt

Ο Δαίμονας ο ίδιος είναι αυτό το συγκρότημα. Ως που μπορεί να φτάσει η μουσική ως τέχνη στο μυαλό του ανθρώπου, ειλικρινά δε νομίζω να υπάρχει κάποιος που να θέτει όρια σε αυτό. Το metal γενικά, είναι σαν το σύμπαν, είναι τόσο χαοτικό συνθετικά. Ακούς τρομερά πράγματα από ανθρώπους που δε περιμένεις ότι θα είχαν τα κότσια να συνθέσουν κάτι τέτοια. Τέτοιοι άνθρωποι είναι και οι Carl Michael και Vicotnik των εκπληκτικών Black Metallers Aura Noir. Αυτά τα δύο τσογλάνια σχημάτισαν τους Ved Buens Ende και έπιασαν στον ύπνο όλο τον ακραίο κόσμο εκείνη την εποχή, με την κυκλοφορία του αριστουργηματικού “Written In Waters”.
Είναι ότι πιο τεχνικό και ψυχοφθόρο έχω ακούσει στο Black Metal, αυτός ο δίσκος λειτουργεί σαν ναρκωτικό μέσα μου, μου καίει τα σωθικά όποτε τον ακούω. Έχετε νιώσει αυτό το αίσθημα ποτέ? Αυτή η ναρκωτική αύρα που σε περιλούζει όσο ακούς το αδυσώπητο riffing του Vicotnik ο οποίος είναι επηρεασμένος από το μουσικό υβρίδιο που ονομάζεται Thorns. Νιώθεις τέτοια ψυχοπλακωτική πίεση όταν ακούς τον Vicotnik να γρυλίζει μέσα απ’ τη δικιά του άβυσσο, να σε καταρρακώνει με τους στίχους του και να σε καταντάει ερείπιο. Ο Carl δίνει σεμινάριο στα ντράμς, τέτοια πολυπλοκότητα με τόση τεχνική που να μη καταντάει βαρετή. Όμως και τα καθαρά φωνητικά του Carl είναι ένα απ΄ τα ατού του άλμπουμ, σε παρασέρνει σ’ ένα ντελίριο οδύνης και ψυχεδελικής ατμόσφαιρας, σχεδόν σε υπνωτίζει. Ο Skoll απ’ την άλλη, λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ του Carl και του Vicotnik, χρησιμοποιεί το μπάσο με τέτοιο τρόπο, δεν ακολουθεί απλώς τα ντράμς, φτιάχνει δικές του στοιχειωμένες μελωδίες που σε ρημάζει. Όλο αυτό το σύνολο ήταν σαν κινούμενη ατομική βόμβα, που ήταν έτοιμη να εκραγεί. Δε μπορώ να διαλέξω ένα highlight, γιατί θα αδικήσω τα άλλα. Είναι τόσο εκπληκτικά και ξεχωριστά όλα τα κομμάτια. Οι ρυθμοί ποικίλουν από κομμάτι σε κομμάτι, την μια ακούς mid tempo με καθαρά φωνητικά και μετά μεταμορφώνεται σε αδυσώπητο blast beat με τα γνωστά γρυλίσματα. Την μια η ψυχεδελική ατμόσφαιρα σε πνίγει και απ’ την άλλη τα γρήγορα σημεία σε κάνουν να χάσεις τον έλεγχο, με μελωδίες τόσο ηδονιστικές.
Αυτή ήταν ας πούμε η μεταρρύθμιση του Black Metal. Αυτή η αντίθεση μεταξύ της αλλόκοτης ψυχεδέλιας των Pink Floyd και των αργόσυρτων riffs των Thorns, έκαναν πολύ κόσμο που ασχολούταν με το underground να έχει χάσει τη γη απ’ τα πόδια του. Οι Ved Buens Ende τόλμησαν να κάνουν πειραματισμούς, χωρίς πλήκτρα. Κάτι που το απαιτούσε η εποχή. Ίδρυσαν μια σχολή η όποια ονομάστηκε Intelligent Black Metal με κυριότερους εκπροσώπους: Arcturus, Satyricon, Borgnagar, Mayhem (Reunion), Dodheimsgard. Όλοι αυτοί ακόμα θα έπαιζαν στο στυλ των Darkthrone. Δε θα υπήρχε καμία εξέλιξη. Ακόμα αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στην Κυρία του Σκότους, Diamanda Galas που τους «ξέθαψε» εκείνη την εποχή από τα αραχνιασμένα υπόγεια του Νορβηγικού Black Metal και τους έχωσε στην εταιρία της, Misanthropy Records. Να σημειώσουμε ότι η Diamanda έχει φέρει στο προσκήνιο συγκροτήματα όπως Primordial, Madder Mortem και πόσους άλλους. Οι Ved Buens Ende είναι και θα είναι ένα από τα πιο ριζοσπαστικά άρρωστα Black Metal συγκροτήματα που έχω ακούσει όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι με αυτό το καταραμένο ακραίο στοιχείο του metal. Και όπως είχε πει κάποτε και η Κυρία Του Σκότους: «Οι Ved Buens Ende είναι ένα μαύρο ρόδο μέσα στην έρημο».

Μόνιμη Στήλη-In Darkness

Fields Of The Nephilim: “Dawnrazor”
Καλωσήρθατε στο έρεβος των ολοκαμμένων αγγέλων. Η κρίση δεν έχει έρθει για καλή ή κακή μας τύχη, ίσως να θέλει να μας βασανίσει μες την απόγνωση, Αυτός. Είμαστε παρά μόνο πιόνια πολύ αρχέγονων πολιτισμών, είμαστε δημιούργημα μιας περισσευούμενης δύναμης από κάτι τρομακτικά, αρχαίο. Όταν επέλθει η μέγα Κρίση, δε νομίζω να πάει κανείς στο τέλος, στην κόλαση ή τον παράδεισο. Η κόλαση και ο παράδεισος βρίσκονται μέσα στην ψυχή μας, όσο ρημαγμένη κι αν είναι από τις τυχών «αμαρτίες» μας. Όμως κάποιού μουσικού από την Νότια Αγγλία δε του καίγεται καρφί, τριγυρνάει μαζί με την παρέα του στις δίκες του φιλοσοφικές αναζητήσεις. Δεν ανήκει σε καμία θρησκεία, και αυτό είναι που τον κάνει τόσο ξεχωριστό μυαλό. Αυτός είναι ο Carl McCoy, η κινητήρια μηχανή των Fields Of The Nephilim και ο δημιουργός του αριστουργηματικού, “Dawnrazor”.
Το 1984 έγινε η επανάσταση του ατμοσφαιρικού ήχου. Οι Celtic Frost κυκλοφόρησαν το ασύλληπτο “Into The Pandemonium” και οι Fields Of The Nephilim, το “Dawnrazor”. Όλοι έχασαν την γη απ’ τα πόδια τους, οι όροι avantgarde, atmospheric, goth και dark κάνουν την θριαμβευτική είσοδο τους στη ορολογία της τότε μουσικής βιομηχανίας. Όπως είχε πει κάποτε ο καουμπόης(Ο Carl, ντε!) «Κάθε φορά ένας νέος κύκλος ανοίγει.». Τότε άνοιξε ο κύκλος και μας πήρε και μας σήκωσε. Αυτά τα δύο άλμπουμ έκαναν την αρχή, η συνέχεια ήταν ακόμα καλύτερη με πρωταγωνιστές που οι περισσότεροι τους γνωρίζετε.
Το “Dawnrazor” είναι ένα κράμα επιρροών από Black Sabbath (1970-1979), Motorhead και Joy Division. Αυτά τα στοιχεία μαζί με την προσωπικότητα του Καουμπόη, δημιούργησαν την μεγαλύτερη και πιο αινιγματική μπάντα στον σκοτεινό ήχο. Η έμμονη του να βάζει σχεδόν πάντα το μπάσο σαν εισαγωγή των κομματιών, ο πνιχτός ήχος που βγάζουν οι κιθάρες με τις ψυχοφθόρες μελωδίες και η ηγετική μορφή του Καουμπόη είναι κάποια απ’ τα σημαντικότερα στοιχεία του άλμπουμ. Όλα αυτά γυρνάνε γύρω σου σαν να έχεις κάνει ένα απ’ τα καλύτερα μεθύσια σου, έτσι όπως εναλλάσσονται οι ρυθμοί. Τα λιγοστά πλήκτρα είναι τόσο ψυχεδελικά που σε συνδυασμό με την σκοτεινή χροιά της φωνής του Καουμπόη, σχηματίζουν δαιμονικούς εφιάλτες. Νιώθεις την μάχη που δίνει ο πάγος με την φωτιά για την τελική επικράτηση κάποιου, την εκλεπτυσμένη επικράτηση. Έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί η μουσική του Καουμπόη, εκλεπτυσμένη και εφιαλτική συνάμα. Έχοντας και τις σκοτεινές μελωδίες να προσδίδουν λιγοστό φως μέσα σε αυτή την παγωμένη αύρα ενός ήλιου που βρίσκεται συνεχώς στο θάνατο του. Τα μελωδικά μέρη ισορροπούν με χειρουργική ακρίβεια με τα σκληρά, δίνοντας στο άλμπουμ την μορφή που του αρμόζει, ένα υπέροχο «δέσιμο». Εγώ δε μπορώ να ξεχωρίσω κανένα κομμάτι. Δε γίνεται, ειλικρινά σας μιλάω. Όσες φορές πήγα να το πράξω, τα έβαζα με τον έρημο τον εαυτό μου που προσπαθούσε να υποτιμήσει κάποια άλλα άσματα. Ακόμα και το τρίλεπτο “The Sequel” το όποιο δεν είναι κανονικό κομμάτι, έχει την εξαίσια μαγεία του. Ακόμα και το τελευταίο λεπτό σε αυτό το κομμάτι είναι άρρωστο, με τα υστερικά ουρλιαχτά μιας γυναίκας να έχουν τον πρώτο ρόλο. Όλα τα κομμάτια χρήζουν πολλαπλής ακρόασης, δε γίνετε να ακούσεις λιγότερες φορές κάποιο. Στα συν του άλμπουμ είναι η παλιομοδίτικη παραγωγή που έχει γίνει, ταιριάζει τόσο με το περιεχόμενο που την νιώθεις σαν να είναι το έκτο βασικό μουσικό όργανο.
Η Αιώνια αναζήτηση είχε ξεκινήσει από το 1984 μέσα από την προσωπική Κόλαση του καθενός. Οι φωνές των έκπτωτων αγγέλων ακούγονται τόσο ονειρικά σε αυτό το άλμπουμ όσο και στα επόμενα πονήματα, είναι δύσκολη η ζωή έξω από τους «ουρανούς». Υπάρχουν επιλογές: «Καλύτερα βασιλιάς στην Κόλαση παρά δούλος στον Παράδεισο» όπως είπε κάποτε και ο μεγάλος John Milton στο «Απολεσθείς Παράδεισος». Επιλογή αγαπητοί μου. Ούτως ή άλλως κάτι δε μας έχουν μάθει οι δάσκαλοι Austin Osman Spare, Aleister Crowley και Carlos Castaneda οι όποιοι παρεμπιπτόντως είναι και οι πιο έντονες επιρροές του Καουμπόη στον στιχουργικό τομέα. Κτίρία πέφτουν το ένα μετά το άλλο, το σύμπαν καταρρέει και αυτός ο άνθρωπος συνεχίζει να βγάζει μαγευτικές μελωδίες με την αιθέρια φωνή του για να σου δώσει το έναυσμα να ονειρευτείς για μια ακόμη φορά. Αυτό το συγκρότημα μου ανοίγει πληγές, με κάνει να ψάχνομαι για να βρω την άκρη σε αυτό το γαϊτανάκι που ξεκίνησαν οι προαναφερθέντες συγγραφείς. Ίσως κάποιοι από εμάς που ακούμε αυτή την μπάντα να ονειρευόμαστε μέσα από ρομαντικά ταξίδια της ψυχής μας, τουλάχιστον εμείς που βλέπουμε μακροπρόθεσμα ίσως δούμε το τέλος. Την συνέχεια της πτώσης και την τελική της μορφή, το Σκότος.
Οι Fields Of The Nephilim είναι υποτιμημένο συγκρότημα, δυστυχώς. Αυτό οφείλεται στην αντικοινωνική προσωπικότητα του Καουμπόη και στο γαμημένο θάψιμο που πέφτει από τους «γότθους», τις αδερφές και τις χαζογκόμενες που επειδή ο Καουμπόης έβαλε ακραία μεταλλικά στοιχεία στο “Elizium” μάτωσαν τα αυτάκια τους, βλέπετε. Τουλάχιστον είχε τα «καρύδια» να σταματήσει το 1991 πάνω στην εμπορική καταξίωση του και να ακολουθήσει πιο πειραματικούς δρόμους στο “Zoon”. Ούτως ή άλλως το απαιτούσε και το concept το όποιο δε πάει σύμφωνα με τα πόσα νούμερα πρέπει να βγάλω σε πωλήσεις αλλά με τη σωστή ηχητική επένδυση του. Οι Fields είναι έτη φωτός μακριά απ’ τους Mission και τις σημερινές εμπορικές μαριονέτες, Sisters Of Mercy οι όποιοι τους έθαβαν στο M’ era Luna festival το 2000. Μα καλά ρε ποζέρια της κακιάς ώρας, αδερφές και γκόμενες του «Σκότους»(μανούλα!!! Φέρε τον παπα Αντώνη και την θεία την καντιλαναύτρα με το λιβανιστήρι να ξορκίσουν αυτές τις «δαιμόνισσες») που ο Καουμπόης ακούει Slayer και Morbid Angel?!Ρε ουστ!!!


The Cascades: Corrosive Mind Cage
Όταν με προμηθεύουν κάτι καλά φιλαράκια με τέτοια album, νιώθω τυχερός που τους έχω δίπλα μου στη δουλειά για το περιοδικό. Ειδικότερα μιας στήλης τέτοιας που χρειάζεται αρκετό χρόνο για να δημιουργηθεί. Ευτυχώς μου έχουν δώσει πολλές δισκάρες, άρα θα έχουμε να γράφουμε για αυτή τη στήλη για αρκετά –θέλω να πιστεύω- τεύχη ακόμα.
Οι Cascades είναι απ’ τα group που με εντυπωσίασαν απ’ το πρώτο άκουσμα με το απλοϊκό τους gothic rock. Το σύνολο τους βέβαια περιλαμβάνει και «βιομηχανικές» πινελιές, οι όποιες δίνουν έναν πιο μεταλλικό ήχο και συνάμα δημιουργούν στα κομμάτια ένα πιο ευθύ χαρακτήρα. Χαρακτηριστικό κομμάτι με επιρροές από industrial είναι το “hexen einmaleins”, το οποίο θα το χαρακτήριζα ένα γρήγορο industrial/Goth κομμάτι. Μη φανταστείτε όμως ότι μιλάμε για βιομηχανική φάση ministry, εδώ έχουμε να κάνουμε με επιρροές από την ξεπέτα των πρώτων, Rammstein. Σε κομμάτια όπως “Life Is A Fiction”, “Page One”, “Ultrasonic” και “Lost And Found” διαπιστώνουμε ότι οι επιρροές από παλιό gothic δίνουν και παίρνουν με κορύφωση τα μελωδικά refrain και την εξαίσια δουλειά που έχει γίνει στις κιθάρες. Πολύ καλή δουλειά έχει γίνει και στο rhythm section και αυτό γίνετε αντιληπτό σε κομμάτια όπως τα “Avalon” όπου στο συγκεκριμένο έχουμε και πλήκτρα τα όποια παραπέμπουν σε…Deep Purple. Το “Sundown” με την σειρά του έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η μπάντα αυτή μπορεί και χωρίς τα ρυθμικά κομμάτια, σε αυτή την σύνθεση η ατμόσφαιρα από το σύνολο των οργάνων είναι κατανυκτική. Στο παραπάνω κομμάτι ο τραγουδιστής δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας στις «χαμηλές». όλα τα κομμάτια έχουν κάτι διαφορετικό να σου δείξουν σε αυτό τον δύσκολο χώρο που ονομάζεται σύγχρονο gothic rock. Απ’ την άλλη, η παραγωγή έχει γίνει με τέτοιο τρόπο που προσθέτει όγκο, και συνεπώς ένα πιο ακραίο μουσικό χαρακτήρα στο αποτέλεσμα(Μάλλον πρέπει να είναι «δικοί» μας αυτοί, τα ακούτε λούγκρες?).

Δισκοκριτική Epica

Epica-"The Divine Conspiracy"

Όνομα και πράγμα οι Epica που ήρθαν κυριολεκτικά να ταράξουν τα λιμνάζοντα ύδατα του επικού συμφωνικού metal. Και αυτό το επιτυγχάνουν με την πρωτοτυπία που επιδεικνύουν στην ενορχήστρωση των κομματιών τους. Από τη μια τα υπέροχα, αγγελικά και επικά φωνητικά της Simone Simmons, από την άλλη η όλη ενορχήστρωση με τις ρυθμικές – βιομηχανικές κιθάρες που δημιουργούν το κατάλληλο υπόβαθρο για τα φωνητικά της Simone, θυμίζοντας συχνά τους Therion ή και τους Symphony X. Παράλληλα με τα γυναικεία φωνητικά υπάρχουν και τα brutal ανδρικά φωνητικά που τόσο παραπέμπουν σε μια σειρά από συγκροτήματα όπως οι Theatre of Tragedy. Και επειδή τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, το μόνο πράγμα που έχετε να κάνετε είναι να το ακούσετε.
7,5/10 Northwind

Δισκοκριτική Obituary

Obituary-"xecationet’s return"

Βλέποντας το εξώφυλλο του νέου τους δίσκου είπα ότι θα ακούσω κάτι το συγκλονιστικό. Πράγματι, δεν έπεσα έξω. Οι ένθρονοι βασιλείς του είδους επέστρεψαν για τα καλά. Η μουσική τους φλερτάρει τις παλιές καλές αξίες του είδους, αποθεώνει στην κυριολεξία μπάντες όπως τους Frost, και μας κάνει να θυμόμαστε το εξής απλό: το death metal είναι είδος του heavy metal, και είναι τόσο μακριά από αυτό ώστε να αποτελεί κάτι το ξεχωριστό, αλλά και τόσο κοντά ώστε να ανήκει στην ίδια συνομοταξία. Οι ογκώδεις κιθάρες με τα ενδιάμεσα ξεσπάσματα, τα mid-tempo στα τύμπανα και τα χαώδη φωνητικά του Tardy δίνουν το στίγμα, για μια ακόμα φορά, στο μεταλλικό κοινό ότι εδώ μιλάμε για ένα απίστευτο δέσιμο και μια μοναδική μουσική εκτέλεση που εύκολα άλλη σαν και αυτή δεν θα ακούσει κανείς.
9,5/10 Northwind

Δισκοκριτική Nile

Nile (Ithyphallic)

Το άλμπουμ είναι «καύλα» ήτοι με διακατέχει ιθυφαλλικό σύνδρομο ακούγοντας το. Πώς αλλιώς να γίνει άλλωστε όταν παίζουν οι Nile που έχουν καταφέρει να μας κερδίσουν από την πρώτη τους κιόλας κυκλοφορία, προβάλλοντας το death metal ακόμα πιο πολύ μέσα στην παγκόσμια μεταλλική κοινότητα. Έφεραν την ανανέωση στο είδος, εκεί που πήγαινε να γίνει κάπως βαρετό και να αυτοεπαναλαμβάνεται α λα Morbid Angel. Διατηρούν και στην κυκλοφορία αυτή όλα τα συστατικά εκείνα, με τα οποία τους έχουμε συνηθίσει: καφρίλα, χαοτικές κιθάρες, τύμπανα αβυσσαλέα, πεποικιλμένα όμως με μια αύρα από το Δέλτα του Νείλου. Έκπληξη αποτελεί η απίστευτη ταχύτητα των drums από τον Γιώργο Κόλλια (πρώην Nightfall) που και ο ίδιος θα έχει πάθει σοκ με αυτά που παίζει. Άξιοι για μια ακόμη φορά!
9/10 Northwind

Δισκοκριτική Mayhem

Mayhem- "Ordo Ad Chaos"
Line up: Attila, Blasphemer, Necrobutcher, Hellhammer

Τι άλλο μπορεί να πει κανείς για το συγκρότημα αυτό; Όταν αποφασίσει να βγάλει δίσκο, γίνεται το γεγονός της χρονιάς στο είδος αυτό. Η «κάθοδος» του Attila είναι πια πραγματικότητα και η όρεξη που έχει για να δώσει το παρών του είναι επίσης πραγματικότητα που κανένας δεν μπορεί να παραβλέψει ή καλλίτερα να παρακούσει. Τι άλλο από σαπίλα και ακραιφνή ψυχεδέλεια θα μπορούσε να κουβαλάει αυτός ο άνθρωπος! Ότι νοσηρό έχει στο μυαλό του το βγάζει προς τα έξω και το μοιράζεται με το κοινό του. Με τον Attila γύρισαν οι Mayhem πιο κοντά στις παλιές καλές εποχές του “De Mysteriis…”, διατηρώντας ωστόσο πολλές από τις μουσικές τους κατακτήσεις που αποκόμισαν ενδιάμεσα. Και όπως βλέπουμε στο line up τα πράγματα μένουν σταθερά και αμετακίνητα σαν να μην πέρασε μια μέρα από τότε. Κιθάρες που σαρώνουν, μπάσο που σπέρνει τον όλεθρο και drums που χτυπούν στον ρυθμό της κόλασης. Με λίγα λόγια «βάλτε το ΧΑΟΣ στην ΤΑΞΗ σας».
8,5